Υποτίθεται τις Κυριακές είναι που όσα χτίζεις όλη την εβδομάδα, ολοκληρώνονται με ένα τρέξιμο πιο γρήγορα, πιο δυνατά, πιο ψηλά ή κάτι τέτοιο αντίστοιχα πομπώδες. Ξεκίνησα με κέφι, έκανα καλό ζέσταμα (όλοι ορκίζονται στην σημασία του καλού ζεστάματος και ποιος είμαι 'γω να διαφωνήσω, ε;) και για πρώτη φορά έπιασα από την αρχή ρυθμό άνετο και σταθερό Και για 3 1/2 χιλιόμετρα όλα πηγαίναν χάρμα χωρίς στιγμή να σκεφτώ αυτά που συνήθως περνάνε από το κεφάλι μου όταν αρχίσουν και κουράζονται τα πόδια.
Ξες, σκέψεις σαν και αυτή εννοώ.
Ή σαν αυτή:
Ή σαν αυτή:
Ok, καταλαβαίνεις λοιπόν. Για πρώτη φορά έτρεχα και το φχαριστιόμουν. Σχεδόν ολοκληρωτικά.
Και ξαφνικά, από το πουθενά εμφανίστηκε ένα ρακούν οπλισμένο σαν αστακός και άρχισε να πυροβολεί σε κατάσταση αμοκ προς κάθε κατεύθυνση. Και στην προσπάθειά μου να σώσω μια μάνα και το μωρό της γλίστρησα σε μια κακοτεχνία του πεζοδρομίου και έφαγα την πρώτη μου τούμπα της σεζόν. Σηκώθηκα ευθύς, το γδάρσιμο δεν φάνηκε πολύ, οπότε συνέχισα να τρέχω αλλά δεν ήταν το ίδιο. Είχα αποσυντονιστεί εντελώς. Έτρεξα κάνα χιλιόμετρο ακόμη και σταμάτησα νευριασμένος. Νευριασμένος αρχικά γιατί η τούμπα με έβγαλε από τον ρυθμό, και έπειτα νευριασμένος γιατί χρησιμοποίησα την τούμπα ως δικαιολογία για να αποσυντονιστώ. Και από κάποια γωνιά το μικρό Κοάλα κοιτούσε ντροπιασμένο τραγουδώντας ειρωνικά "έπεσα, χτύπησα, έ, και τι μ'αυτό, τους φίλους μου θα ξαναδωωω".
Η Jule πάντως, καθόλου ειρωνική, στο σπίτι των γονιών μου από το οποίο πέρασα να βάλω μπενταντίν, ανέλαβε να μου γλείψει τον ιδρώτα.




No comments:
Post a Comment